Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοσμοπολιτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον κοσμοπολίτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοσμοπολιτικός < κοσμοπολίτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοσμοπολιτικόςκοσμοπολιτικήκοσμοπολιτικό
Γενικήκοσμοπολιτικούκοσμοπολιτικήςκοσμοπολιτικού
Αιτιατικήκοσμοπολιτικόκοσμοπολιτικήκοσμοπολιτικό
Κλητικήκοσμοπολιτικέκοσμοπολιτικήκοσμοπολιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοσμοπολιτικοίκοσμοπολιτικέςκοσμοπολιτικά
Γενικήκοσμοπολιτικώνκοσμοπολιτικώνκοσμοπολιτικών
Αιτιατικήκοσμοπολιτικούςκοσμοπολιτικέςκοσμοπολιτικά
Κλητικήκοσμοπολιτικοίκοσμοπολιτικέςκοσμοπολιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κοσμοπολίτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον κοσμοπολίτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοσμοπολίτικος < κοσμοπολίτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοσμοπολίτικόςκοσμοπολίτικήκοσμοπολίτικό
Γενικήκοσμοπολίτικούκοσμοπολίτικήςκοσμοπολίτικού
Αιτιατικήκοσμοπολίτικόκοσμοπολίτικήκοσμοπολίτικό
Κλητικήκοσμοπολίτικέκοσμοπολίτικήκοσμοπολίτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοσμοπολίτικοίκοσμοπολίτικέςκοσμοπολίτικά
Γενικήκοσμοπολίτικώνκοσμοπολίτικώνκοσμοπολίτικών
Αιτιατικήκοσμοπολίτικούςκοσμοπολίτικέςκοσμοπολίτικά
Κλητικήκοσμοπολίτικοίκοσμοπολίτικέςκοσμοπολίτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →