κοσμοχαλασιά
•
- κακές καιρικές συνθήκες που προκαλούν καταστοφές Βικιλεξικό
- μεταφορικάφασαρία, αναστάτωση, χαλασμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοσμοχαλασιά < κοσμο- + χαλασιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοσμοχαλασιά | κοσμοχαλασιές |
| Γενική | κοσμοχαλασιάς | κοσμοχαλασιών |
| Αιτιατική | κοσμοχαλασιά | κοσμοχαλασιές |
| Κλητική | κοσμοχαλασιά | κοσμοχαλασιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →