κοστοβόρος
•
- νεολογισμόςδαπανηρός Βικιλεξικό
- Ο δήμος αδυνατούσε να καλύψει οικονομικά τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Δεν μιλάμε απλά για το βάψιμο μιας επιφάνειας αλλά για μια ιδιαίτερα κοστοβόρο διαδικασία καθώς απαιτείται μια ειδική μέθοδος. Το συνολικό κόστος της όλης ιστορίας έφθασε τις 17.000 ευρώ. (*)
Ετυμολογία
κοστοβόρος < κόστος + -ο- + -βόρος (λανθασμένος σχηματισμός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοστοβόρος | κοστοβόρα | κοστοβόρο |
| Γενική | κοστοβόρου | κοστοβόρας | κοστοβόρου |
| Αιτιατική | κοστοβόρο | κοστοβόρα | κοστοβόρο |
| Κλητική | κοστοβόρε | κοστοβόρα | κοστοβόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοστοβόροι | κοστοβόρες | κοστοβόρα |
| Γενική | κοστοβόρων | κοστοβόρων | κοστοβόρων |
| Αιτιατική | κοστοβόρους | κοστοβόρες | κοστοβόρα |
| Κλητική | κοστοβόροι | κοστοβόρες | κοστοβόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →