κοτοπουλάκι
•
- πολύ μικρό κοτόπουλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοτοπουλάκι < κοτόπουλ(ο) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοτοπουλάκι | κοτοπουλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κοτοπουλάκι | κοτοπουλάκια |
| Κλητική | κοτοπουλάκι | κοτοπουλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →