Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοτρόνι

/koˈtɾo.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πέτρα, συνήθως μετρίου ή μεγάλου μεγέθους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοτρόνι < *κροτόνι < αρχαία ελληνική κροτέω / κροτῶ. Παραβάλετε με το κρόταφος ή κότραφος (ακμή ή στενή πλευρά πέτρινης στήλης) (Λεξικό Liddell & Scott, κρόταφος, IV.). Κατά άλλη εκδοχή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *cotro, αφού παραλλαγές της λέξης συναντώνται και σε άλλα μέρη της Μεσογείου, όπως στην διάλεκτο της Καλαβρίας cotru, cotracu, crotacu κλπ με την έννοια "σκληρό χώμα, σκληρημένη λάσπη", στη γλώσσα της Κορσικής (codru), στη βασκική (cotor), ίσως στη βενετική (croda), της Σικελίας (cutrognu) με την έννοια της πέτρας ή συναφείς.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοτρόνικοτρόνια
Γενικήκοτρονιούκοτρονιών
Αιτιατικήκοτρόνικοτρόνια
Κλητικήκοτρόνικοτρόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →