κοτρόνι
•
- πέτρα, συνήθως μετρίου ή μεγάλου μεγέθους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοτρόνι < *κροτόνι < αρχαία ελληνική κροτέω / κροτῶ. Παραβάλετε με το κρόταφος ή κότραφος (ακμή ή στενή πλευρά πέτρινης στήλης) (Λεξικό Liddell & Scott, κρόταφος, IV.). Κατά άλλη εκδοχή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *cotro, αφού παραλλαγές της λέξης συναντώνται και σε άλλα μέρη της Μεσογείου, όπως στην διάλεκτο της Καλαβρίας cotru, cotracu, crotacu κλπ με την έννοια "σκληρό χώμα, σκληρημένη λάσπη", στη γλώσσα της Κορσικής (codru), στη βασκική (cotor), ίσως στη βενετική (croda), της Σικελίας (cutrognu) με την έννοια της πέτρας ή συναφείς.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοτρόνι | κοτρόνια |
| Γενική | κοτρονιού | κοτρονιών |
| Αιτιατική | κοτρόνι | κοτρόνια |
| Κλητική | κοτρόνι | κοτρόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →