κοτσάνα
•
- βλακεία, χαζομάρα Βικιλεξικό
- αμολάω / λέω / πετάω κοτσάνες
- μεγάλο κοτσάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοτσάνα < κοτσάνι + μεγεθυντικό επίθημα -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοτσάνα | κοτσάνες |
| Γενική | κοτσάνας | — |
| Αιτιατική | κοτσάνα | κοτσάνες |
| Κλητική | κοτσάνα | κοτσάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →