Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοτσάνα

/koˈt͡sa.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βλακεία, χαζομάρα Βικιλεξικό
    • αμολάω / λέω / πετάω κοτσάνες
  2. μεγάλο κοτσάνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοτσάνα < κοτσάνι + μεγεθυντικό επίθημα -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοτσάνακοτσάνες
Γενικήκοτσάνας—
Αιτιατικήκοτσάνακοτσάνες
Κλητικήκοτσάνακοτσάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →