Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοτσονάτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ή διατηρείται σφριγηλός και ακμαίος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοτσονάτος < κοτσανάτος < κοτσάνι + -άτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοτσονάτοςκοτσονάτηκοτσονάτο
Γενικήκοτσονάτουκοτσονάτηςκοτσονάτου
Αιτιατικήκοτσονάτοκοτσονάτηκοτσονάτο
Κλητικήκοτσονάτεκοτσονάτηκοτσονάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοτσονάτοικοτσονάτεςκοτσονάτα
Γενικήκοτσονάτωνκοτσονάτωνκοτσονάτων
Αιτιατικήκοτσονάτουςκοτσονάτεςκοτσονάτα
Κλητικήκοτσονάτοικοτσονάτεςκοτσονάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →