κοτύλη
•
- αρχαιολογίαμικρό αγγείο που χρησίμευε ως μονάδα μέτρησης υγρών, ισοδύναμη με έξι κυάθους Βικιλεξικό
- αρχαιολογίααγγείο μικρών διαστάσεων με δύο κατακόρυφες λαβές από το χείλος έως τη βάση Βικιλεξικό
- Από τις αρχές ήδη του 7ου π.Χ. αιώνα η προτίμηση των Κορινθίων κεραμέων για αγγεία μικρού σχήματος, όπως αρυβάλλους, αλάβαστρα, σκύφους, κοτύλες οδήγησε στην «ανακάλυψη» της μελανόμορφης τεχνικής που ευνόησε ιδιαίτερα τις μικρογραφικές συνθέσεις τους.
- ανατομίαη βαθιά κοίλη επιφάνεια οστού, όπου προσαρμόζεται η κεφαλή του μηριαίου Βικιλεξικό
- μηχανολογίακοίλη μεταλλική υποδοχή με οπή, μέσα στην οποία περιστρέφεται ο άξονας ή η στρόφιγγα Βικιλεξικό
- βοτανικήτο πρώτο ή τα πρώτα φύλλα που εμφανίζονται στο έμβρυο των σπερματοφύτων Βικιλεξικό
- ζωολογίακυπελλοειδής σχηματισμός που λειτουργεί ως μυζητήρας, δηλαδή βεντούζα πρόσφυσης σε κεφαλόποδα (π.χ. σε πλοκάμια χταποδιού ή καλαμαριού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοτύλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοτύλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοτύλη | κοτύλες |
| Γενική | κοτύλης | κοτυλών |
| Αιτιατική | κοτύλη | κοτύλες |
| Κλητική | κοτύλη | κοτύλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →