κουίντα
•
- θέατροπλάγιο παραπέτασμα στη σκηνή του θεάτρου, που κρύβει τη θέα προς τα παρασκήνια και από το οποίο εξυπηρετείται η είσοδος από τα παρασκήνια προς τη σκηνή και το αντίθετο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουίντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική quinta, θηλυκό του quinto < λατινική quintus < quinque < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pénkʷe
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουίντα | κουίντες |
| Γενική | κουίντας | κουιντών |
| Αιτιατική | κουίντα | κουίντες |
| Κλητική | κουίντα | κουίντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →