κουίρ
•
- νεολογισμόςκοινωνικός και πολιτισμικός όρος που δηλώνει ταυτότητες, συμπεριφορές και εκφράσεις φύλου ή σεξουαλικότητας που αμφισβητούν τα ετεροκανονικά και δυαδικά πρότυπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουίρ < αγγλική queer < μέση κάτω γερμανική queer (πλάγιος, λοξός, έκκεντρος) < πρωτογερμανική *þwerhaz < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *terkʷ- (γυρίζω, στρέφω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →