κουβάρα
•
- κουβάρι Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυνωστισμός Βικιλεξικό
- Βλέπω ότι είναι όλοι μαζωμένοι μια κουβάρα. (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)
Ετυμολογία
κουβάρα < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →