κουβέλι
•
- ιδιωματικόη κυψέλη Βικιλεξικό
- ιδιωματικόμέτρο χωρητικότητας που χρησιμοποιείται για τα σιτηρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουβέλι < (άμεσο δάνειο) σλαβικής προέλευσης kubeł < πρωτοσλαβική *kъbьlъ < παλαιά άνω γερμανική kūbel < λατινική cupellum < cupa < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *keup- (κοιλότητα) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουβέλι | κουβέλια |
| Γενική | κουβελιού | κουβελιών |
| Αιτιατική | κουβέλι | κουβέλια |
| Κλητική | κουβέλι | κουβέλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →