κουβαδάκι
•
- μικρός κουβάς, κυρίως παιδικό παιχνίδι Βικιλεξικό
- το περιεχόμενο ενός μικρού κουβά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουβαδάκι < υποκοριστικό του κουβάς (θέμα πληθυντικού κουβαδ- + άκι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουβαδάκι | κουβαδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κουβαδάκι | κουβαδάκια |
| Κλητική | κουβαδάκι | κουβαδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →