κουβαλητός
•
- που τον κουβαλάνε Βικιλεξικό
- που αναγκάζεται να πάει κάπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουβαλητός < μεσαιωνική ελληνική κουβαλητός < κουβαλώ + -τός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουβαλητή / κουβαλητός / κουβαλητό | κουβαλητές / κουβαλητοί / κουβαλητά |
| Γενική | κουβαλητής / κουβαλητού / κουβαλητού | κουβαλητών / κουβαλητών / κουβαλητών |
| Αιτιατική | κουβαλητή / κουβαλητό / κουβαλητό | κουβαλητές / κουβαλητούς / κουβαλητά |
| Κλητική | κουβαλητή / κουβαλητέ / κουβαλητό | κουβαλητές / κουβαλητοί / κουβαλητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →