κουβαρντού
•
- θηλυκό του κουβαρντάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουβαρντού < κουβαρντ(άς) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουβαρντού | κουβαρντούδες |
| Γενική | κουβαρντούς | κουβαρντούδων |
| Αιτιατική | κουβαρντού | κουβαρντούδες |
| Κλητική | κουβαρντού | κουβαρντούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →