κουβεντιαστά
•
- με κουβεντιαστό τρόπο, με κουβέντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουβεντιαστά < κουβεντιαστός + -ά < κουβεντιάζω + -μα < κουβέντα < λατινική conventus (συνέλευση) < convenio < con- + venio
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →