κουβεντούλα
•
- οικείοσυζήτηση για καθημερινά πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία Βικιλεξικό
- ο δάσκαλος μάλωσε δυο μαθητές που είχαν πιάσει ψιλή κουβεντούλα και ενοχλούσαν το μάθημα
- οικείοη λέξη που λέει ένα μωρό Βικιλεξικό
- άρχισε κιόλας το μωρό να λέει κουβεντούλες!
Ετυμολογία
κουβεντούλα < υποκοριστικό του κουβέντα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουβεντούλα | κουβεντούλες |
| Γενική | κουβεντούλας | — |
| Αιτιατική | κουβεντούλα | κουβεντούλες |
| Κλητική | κουβεντούλα | κουβεντούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →