Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουβεντούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικείοσυζήτηση για καθημερινά πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία Βικιλεξικό
    • ο δάσκαλος μάλωσε δυο μαθητές που είχαν πιάσει ψιλή κουβεντούλα και ενοχλούσαν το μάθημα
  2. οικείοη λέξη που λέει ένα μωρό Βικιλεξικό
    • άρχισε κιόλας το μωρό να λέει κουβεντούλες!

Ετυμολογία

κουβεντούλα < υποκοριστικό του κουβέντα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουβεντούλακουβεντούλες
Γενικήκουβεντούλας—
Αιτιατικήκουβεντούλακουβεντούλες
Κλητικήκουβεντούλακουβεντούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →