Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουβερτούρα

/ku.veɾˈtu.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γλυκόστη ζαχαροπλαστική, είδος σοκολάτας που καλύπτει ένα γλύκισμα ή παγωτό Βικιλεξικό
    • Ας ἐπανέλθουμε, ὅμως, στούς ὑπολογισμούς μας. Ἡ «Κουβερτούρα» περιέχει, σύμφωνα πάντα μέ τή σημερινή της σύνθεση, 43% τουλάχιστον κακάο. Καί αὐτό σημαίνει, ὅτι στή διάρκεια τοῦ 1866 ὁ Σπυρίδων Παυλίδης κατασκεύασε από τα 262 κιλά κακαομάζας 610 κιλά περίπου κιλά σοκολάτα Υγείας (Δήμητρα Σ. Πικραμένου-Βάρφη, Ο Σπυρίδων Παυλίδης και το "γλυκυσματοποιείον" του: τα πρώτα χρόνια της πρώτης ελληνικής βιομηχανίας, Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, 1991)
  2. τυπογραφίατο εξωτερικό μέρος ενός βιβλίου, από χαρτόνι ή σκληρό χαρτί Βικιλεξικό
    • Ωραία κουβερτούρα μὲ τὸν ἥρωα ἔφιππον εἰς ὁρμητικὴν στάσιν ὑπὸ τῆς Μαρίνας Χριστοδούλου καλύπτει τὴν ἐξωτερικὴν πινακίδα τοῦ ἐξ ἐπόψεως ἐμφανίσεως λίαν ἐπιμελοῦς βιβλίου (Μνημοσύνη, ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού, 1976, σελ. 368)

Ετυμολογία

κουβερτούρα < : για τη σοκολατένια επικάλυψη < παλαιά (άμεσο δάνειο) ιταλική covertura με τροπή [o] > [u] : για την τυπογραφία < (άμεσο δάνειο) γαλλική couverture ::: και τα δύο < λατινική coopertura < ρήμα cooperiō

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουβερτούρακουβερτούρες
Γενικήκουβερτούρας—
Αιτιατικήκουβερτούρακουβερτούρες
Κλητικήκουβερτούρακουβερτούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →