Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουδουναραίος

/ku.ðu.naˈɾe.os/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαογραφίασυνώνυμο του κουδουνάτος: κουδουνοφόρος μασκαράς Βικιλεξικό
    • Οποιοσδήποτε μπορεί να συμμετάσχει στο ανθρώπινο κοπάδι, φτάνει να είναι ντυμένος βουκολικά και να έχει πάνω του κρεμασμένα τροκάνια. […] Στο τέ­λος θα γίνει κλήρωση και ο τυχερός κουδουναραίος θα κερδίσει το συλλεκτικό τροκόνι των κουδουναραίων

Ετυμολογία

κουδουναραίος < κουδουνάρ(α) + -αίος ή κουδούν(α) + -αραίος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουδουναραίοςκουδουναραίοι
Γενικήκουδουναραίουκουδουναραίων
Αιτιατικήκουδουναραίοκουδουναραίους
Κλητικήκουδουναραίεκουδουναραίοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →