κουδουναραίος
•
- λαογραφίασυνώνυμο του κουδουνάτος: κουδουνοφόρος μασκαράς Βικιλεξικό
- Οποιοσδήποτε μπορεί να συμμετάσχει στο ανθρώπινο κοπάδι, φτάνει να είναι ντυμένος βουκολικά και να έχει πάνω του κρεμασμένα τροκάνια. […] Στο τέλος θα γίνει κλήρωση και ο τυχερός κουδουναραίος θα κερδίσει το συλλεκτικό τροκόνι των κουδουναραίων
Ετυμολογία
κουδουναραίος < κουδουνάρ(α) + -αίος ή κουδούν(α) + -αραίος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουδουναραίος | κουδουναραίοι |
| Γενική | κουδουναραίου | κουδουναραίων |
| Αιτιατική | κουδουναραίο | κουδουναραίους |
| Κλητική | κουδουναραίε | κουδουναραίοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →