κουδουνοφόρος
•
- που φέρει κουδούνι / κουδούνια Βικιλεξικό
- Κι εκεί ο εξηγηματικός λόγος του Χρήστου, χειμαρρώδης, βάθαινε και πλάταινε, ενώ έφτανε στα αυτιά μας κατά κύματα ο απόηχος από τις αρμαθιές των κουδουνιών, με τα οποία οιστρηλατημένοι οι κουδουνοφόροι της Αποκριάς, στους δρόμους του Σοχού, εξόρκιζαν αποτροπαϊκά επιταχύνοντας την άνοιξη (Ζυράννα Ζατέλη, Οι μαγικές βέργες του αδελφού μου: Ξυλογλυπτική του Χρήστου Καρακόλη και ένα κείμενο του Χρήστου Μπουλώτη, εκδ. Καστανιώτη, 2006)
Ετυμολογία
κουδουνοφόρος < κουδούν(ι) + -ο- + -φόρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουδουνοφόρος | κουδουνοφόρα / κουδουνοφόρος | κουδουνοφόρο |
| Γενική | κουδουνοφόρου | κουδουνοφόρας / κουδουνοφόρου | κουδουνοφόρου |
| Αιτιατική | κουδουνοφόρο | κουδουνοφόρα / κουδουνοφόρο | κουδουνοφόρο |
| Κλητική | κουδουνοφόρε | κουδουνοφόρα / κουδουνοφόρε | κουδουνοφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουδουνοφόροι | κουδουνοφόρες / κουδουνοφόροι | κουδουνοφόρα |
| Γενική | κουδουνοφόρων | κουδουνοφόρων | κουδουνοφόρων |
| Αιτιατική | κουδουνοφόρους | κουδουνοφόρες / κουδουνοφόρους | κουδουνοφόρα |
| Κλητική | κουδουνοφόροι | κουδουνοφόρες / κουδουνοφόροι | κουδουνοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →