κουζουλάδα
•
- λαϊκότροποτρέλα, το φέρσιμο του κουζουλού Βικιλεξικό
- Όλο τρέλες και κουζουλάδες κάνεις! Σοβαρέψου!
Ετυμολογία
κουζουλάδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουζουλάδα < κουζουλ(ός) + -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουζουλάδα | κουζουλάδες |
| Γενική | κουζουλάδας | κουζουλάδων |
| Αιτιατική | κουζουλάδα | κουζουλάδες |
| Κλητική | κουζουλάδα | κουζουλάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →