Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουζουλαίνω

/ku.zuˈle.no/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποτρελαίνω Βικιλεξικό
    • Μην σφυρίζεις συνεχώς! Μ' έχει κουζουλάνει, μου πήρες το κεφάλι.
    • Τι 'ν' αυτά που κάνεις; Κουζουλάθηκες τελείως; Έχασες τα μυαλά σου;
  2. στη μέση διάθεσηκουζουλαίνομαι: τρελαίνομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουζουλαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουζουλαίνω < κουζουλ(ός) + -αίνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκουζουλαίνωκουζουλαίνειςκουζουλαίνεικουζουλαίνουμεκουζουλαίνετεκουζουλαίνουν / κουζουλαίνουνε
Παρατατικόςκουζούλαινακουζούλαινεςκουζούλαινεκουζουλαίναμεκουζουλαίνατεκουζουλαίναν / κουζουλαίνανε / κουζούλαιναν
Αόριστοςκουζούλανακουζούλανεςκουζούλανεκουζουλάναμεκουζουλάνατεκουζουλάναν / κουζουλάνανε / κουζούλαναν
Μέλλονταςθα κουζουλάνω / θα κουζουλαίνωθα κουζουλάνεις / θα κουζουλαίνειςθα κουζουλάνει / θα κουζουλαίνειθα κουζουλάνουμε / θα κουζουλαίνουμεθα κουζουλάνετε / θα κουζουλαίνετεθα κουζουλάνουν / θα κουζουλάνουνε / θα κουζουλαίνουν / θα κουζουλαίνουνε
Παρακείμενοςέχω κουζουλάνειέχεις κουζουλάνειέχει κουζουλάνειέχουμε κουζουλάνει——
Υπερσυντέλικοςείχα κουζουλάνειείχες κουζουλάνειείχε κουζουλάνειείχαμε κουζουλάνει——
Υποτακτικήνα έχω κουζουλάνει / να κουζουλάνω / να κουζουλαίνωνα έχεις κουζουλάνει / να κουζουλάνεις / να κουζουλαίνειςνα έχει κουζουλάνει / να κουζουλάνει / να κουζουλαίνεινα έχουμε κουζουλάνει / να κουζουλάνουμε / να κουζουλαίνουμενα κουζουλάνετε / να κουζουλαίνετενα κουζουλάνουν / να κουζουλάνουνε / να κουζουλαίνουν / να κουζουλαίνουνε
Προστακτική—κουζούλαινε / κουζούλανε——κουζουλάνετε / κουζουλαίνετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

κουζουλάθηκακουζουλαίνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →