Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουζούπα

ουσιαστικό, θηλυκόκυπριακά
•
  1. ο κορμός του αμπελιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουζούπα < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

κουζούλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →