κουκιά
•
- φυτόποώδες μονοετές φυτό της οικογένειας των Κυαμοειδών, του γένους Βίκος (Vicia) που καλλιεργείται για τους καρπούς του, τα κουκιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουκιά < κουκί + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουκιά | κουκιές |
| Γενική | κουκιάς | κουκιών |
| Αιτιατική | κουκιά | κουκιές |
| Κλητική | κουκιά | κουκιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →