κουκκίδα
•
- μικρό, σχετικά, σημάδι σαν τελεία Βικιλεξικό
- τυπογραφίατο στρογγυλό σημάδι που χρησιμοποιείται στην τυπογραφία για τη δημιουργία ράστερ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουκκίδα < ελληνιστική κοινή κοκκίς < αρχαία ελληνική κόκκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουκκίδα | κουκκίδες |
| Γενική | κουκκίδας | κουκκίδων |
| Αιτιατική | κουκκίδα | κουκκίδες |
| Κλητική | κουκκίδα | κουκκίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →