κουκλοθέατρο
•
- θέατρο με κούκλες ή μαριονέτες ως πρωταγωνιστές Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάπαράσταση με κούκλες ή μαριονέτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουκλοθέατρο < κούκλ(α) + -ο- + θέατρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουκλοθέατρο | κουκλοθέατρα |
| Γενική | κουκλοθέατρου | κουκλοθέατρων |
| Αιτιατική | κουκλοθέατρο | κουκλοθέατρα |
| Κλητική | κουκλοθέατρο | κουκλοθέατρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →