κουκουές
•
- πολιτικήμέλος ή οπαδός του ΚΚΕ και, κατ’ επέκταση, ο κομμουνιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουκουές < αρκτικόλεξο ΚΚΕ (κου-κου-έ) + επίθημα -ς για τη διαμόρφωση της κατάληξης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουκουές | κουκουέδες |
| Γενική | κουκουέ | κουκουέδων |
| Αιτιατική | κουκουέ | κουκουέδες |
| Κλητική | κουκουέ | κουκουέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →