Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουκουές

/ku.kuˈes/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήμέλος ή οπαδός του ΚΚΕ και, κατ’ επέκταση, ο κομμουνιστής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουκουές < αρκτικόλεξο ΚΚΕ (κου-κου-έ) + επίθημα -ς για τη διαμόρφωση της κατάληξης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουκουέςκουκουέδες
Γενικήκουκουέκουκουέδων
Αιτιατικήκουκουέκουκουέδες
Κλητικήκουκουέκουκουέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →