Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουκουβίζω

ρήμα
•
  1. για πτηνάκουρνιάζω, φωλιάζω Βικιλεξικό
  2. προφορικόκάθομαι οκλαδόν Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Θ΄ στίχ. 3 (1-3) αρχική έκδοση: 1938

Ετυμολογία

κουκουβίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουκουβίζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →