κουκουλοφόρος
•
- αυτός που φοράει κουκούλα ή/και μάσκα, υποθετικά ώστε να μην διακρίνονται εύκολα τα χαρακτηριστικά του προσώπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουκουλοφόρος < κουκούλ(α) + -ο- + -φόρος (φέρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουκουλοφόρος | κουκουλοφόροι |
| Γενική | κουκουλοφόρου | κουκουλοφόρων |
| Αιτιατική | κουκουλοφόρο | κουκουλοφόρους |
| Κλητική | κουκουλοφόρε | κουκουλοφόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →