κουλαντρίζω
•
- προφορικόκουμαντάρω, κάνω κουμάντο, χειρίζομαι με επιδέξιο τρόπο Βικιλεξικό
- κουλαντρίζω τα οικονομικά μου
- προφορικόπειράζω, προκαλώ κάποιον με πειράγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουλαντρίζω < (άμεσο δάνειο) τουρκική kullandı < αόριστος του kullanmak (οδηγώ, χειρίζομαι, χρησιμοποιώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουλαντρίζω | κουλαντρίζεις | κουλαντρίζει | κουλαντρίζουμε | κουλαντρίζετε | κουλαντρίζουν / κουλαντρίζουνε |
| Παρατατικός | κουλάντριζα | κουλάντριζες | κουλάντριζε | κουλαντρίζαμε | κουλαντρίζατε | κουλάντριζαν / κουλαντρίζαν / κουλαντρίζανε |
| Αόριστος | κουλάντρισα | κουλάντρισες | κουλάντρισε | κουλαντρίσαμε | κουλαντρίσατε | κουλάντρισαν / κουλαντρίσαν / κουλαντρίσανε |
| Μέλλοντας | θα κουλαντρίζω / θα κουλαντρίσω | θα κουλαντρίζεις / θα κουλαντρίσεις | θα κουλαντρίζει / θα κουλαντρίσει | θα κουλαντρίζουμε / θα κουλαντρίσουμε | θα κουλαντρίζετε / θα κουλαντρίσετε | θα κουλαντρίζουν / θα κουλαντρίζουνε / θα κουλαντρίσουν / θα κουλαντρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουλαντρίσει | έχεις κουλαντρίσει | έχει κουλαντρίσει | έχουμε κουλαντρίσει | έχετε κουλαντρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουλαντρίσει | είχες κουλαντρίσει | είχε κουλαντρίσει | είχαμε κουλαντρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουλαντρίσει / να κουλαντρίζω / να κουλαντρίσω | να έχεις κουλαντρίσει / να κουλαντρίζεις / να κουλαντρίσεις | να έχει κουλαντρίσει / να κουλαντρίζει / να κουλαντρίσει | να έχουμε κουλαντρίσει / να κουλαντρίζουμε / να κουλαντρίσουμε | να έχετε κουλαντρίσει / να κουλαντρίζετε / να κουλαντρίσετε | να κουλαντρίζουν / να κουλαντρίζουνε / να κουλαντρίσουν / να κουλαντρίσουνε |
| Προστακτική | — | κουλάντριζε / κουλάντρισε | — | — | κουλαντρίζετε / κουλαντρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →