κουλουρατζής
•
- επάγγελμαγενικά ο πλανόδιος πωλητής κουλουριών (τύπου Θεσσαλονίκης) Βικιλεξικό
- ειδικότερα ο πρόχειρα εγκατεστημένος σε πεζοδρόμιο πωλητής κουλουριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουλουρατζής < κουλούρια + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουλουρατζής | κουλουρατζήδες |
| Γενική | κουλουρατζή | κουλουρατζήδων |
| Αιτιατική | κουλουρατζή | κουλουρατζήδες |
| Κλητική | κουλουρατζή | κουλουρατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →