κουλουριάζομαι
•
- παίρνω το σχήμα κουλούρας Βικιλεξικό
- κουλουριάστηκε στο κρεβάτι και σκεπάστηκε μέχρι να πέσει ο πυρετός
Ετυμολογία
κουλουριάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος κουλουριάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουλουριάζομαι | κουλουριάζεσαι | κουλουριάζεται | κουλουριαζόμαστε | κουλουριάζεστε | κουλουριάζονται |
| Παρατατικός | κουλουριαζόμουν / κουλουριαζόμουνα | κουλουριαζόσουν / κουλουριαζόσουνα | κουλουριαζόταν / κουλουριαζότανε | κουλουριαζόμασταν / κουλουριαζόμαστε | κουλουριαζόσασταν / κουλουριαζόσαστε | κουλουριάζονταν / κουλουριαζόντουσαν |
| Αόριστος | κουλουριάστηκα | κουλουριάστηκες | κουλουριάστηκε | κουλουριαστήκαμε | κουλουριαστήκατε | κουλουριάστηκαν / κουλουριαστήκαν / κουλουριαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα κουλουριάζομαι / θα κουλουριαστώ | θα κουλουριάζεσαι / θα κουλουριαστείς | θα κουλουριάζεται / θα κουλουριαστεί | θα κουλουριαζόμαστε / θα κουλουριαστούμε | θα κουλουριάζεστε / θα κουλουριαστείτε | θα κουλουριάζονται / θα κουλουριαστούν / θα κουλουριαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω κουλουριαστεί | έχεις κουλουριαστεί | έχει κουλουριαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουλουριαστεί | είχες κουλουριαστεί | είχε κουλουριαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουλουριαστεί / να κουλουριάζομαι / να κουλουριαστώ | να έχεις κουλουριαστεί / να κουλουριάζεσαι / να κουλουριαστείς | να έχει κουλουριαστεί / να κουλουριάζεται / να κουλουριαστεί | να κουλουριαζόμαστε / να κουλουριαστούμε | να κουλουριάζεστε / να κουλουριαστείτε | να κουλουριάζονται / να κουλουριαστούν / να κουλουριαστούνε |
| Προστακτική | — | κουλουριάζου / κουλουριάσου | — | — | κουλουριάζεστε / κουλουριαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →