κουλουροπώλης
•
- επάγγελμαο κουλουράς Βικιλεξικό
- Ενας λούστρος, ένας κουλουροπώλης σε κάθε έξοδο, θυμίζουν τον παλιό Πειραιά που ζει θαλερός γύρω από τον σταθμό.
- Δεν φαντάζομαι ότι υπήρξε ποτέ περίπτωση, όπου γης, κατά την οποία επιχειρηματίας να διέθεσε χρήματα χωρίς να αποβλέπει στο κέρδος, είτε αυτός είναι βιομήχανος είτε κουλουροπώλης.
Ετυμολογία
κουλουροπώλης < κουλούρ(ι) + -ο- + -πώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουλουροπώλης | κουλουροπώλες |
| Γενική | κουλουροπώλη | κουλουροπωλών |
| Αιτιατική | κουλουροπώλη | κουλουροπώλες |
| Κλητική | κουλουροπώλη | κουλουροπώλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →