κουλούρα
•
- η γενική ονομασία αντικείμενων κυκλικού σχήματος Βικιλεξικό
- τρόφιμοτο εφτάζυμο ψωμί με στρογγυλό σχήμα Βικιλεξικό
- μια κουλούρα χωριάτικη με σουσάμι, παρακαλώ
- Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ φοῦρνος. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει κάποιος μὲ μιὰ κουλούρα περασμένη στὸ μπράτσο ἢ μιὰ φραντζόλα κάτω ἀπὸ τὴ μασκάλη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Συνοικία, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 259 (1 Οκτωβρίου 1937), τόμ. 22, σελ. 1447)
- το σωσίβιο Βικιλεξικό
- το μηδέν ως βαθμός σε εξέταση Βικιλεξικό
- στο διαγώνισμα μου έβαλε μια τεράστια κουλούρα
- η ποσότητα (συγκεκριμένη ή αόριστη) εύκαμπτου υλικού τυλιγμένου σε κυκλικό σχήμα Βικιλεξικό
- θέλω μια κουλούρα καλώδιο νιμ και μία εύκαμπτο
- το γαμήλιο στεφάνι· (κατ’ επέκταση) ο γάμος, η παντρειά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουλούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουλούρα < ελληνιστική κοινή κολλούρα < αρχαία ελληνική κολλύρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουλούρα | κουλούρες |
| Γενική | κουλούρας | κουλουρών |
| Αιτιατική | κουλούρα | κουλούρες |
| Κλητική | κουλούρα | κουλούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →