Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουλούρα

/kuˈlu.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η γενική ονομασία αντικείμενων κυκλικού σχήματος Βικιλεξικό
  2. τρόφιμοτο εφτάζυμο ψωμί με στρογγυλό σχήμα Βικιλεξικό
    • μια κουλούρα χωριάτικη με σουσάμι, παρακαλώ
    • Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ φοῦρνος. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει κάποιος μὲ μιὰ κουλούρα περασμένη στὸ μπράτσο ἢ μιὰ φραντζόλα κάτω ἀπὸ τὴ μασκάλη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Συνοικία, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 259 (1 Οκτωβρίου 1937), τόμ. 22, σελ. 1447)
  3. το σωσίβιο Βικιλεξικό
  4. το μηδέν ως βαθμός σε εξέταση Βικιλεξικό
    • στο διαγώνισμα μου έβαλε μια τεράστια κουλούρα
  5. η ποσότητα (συγκεκριμένη ή αόριστη) εύκαμπτου υλικού τυλιγμένου σε κυκλικό σχήμα Βικιλεξικό
    • θέλω μια κουλούρα καλώδιο νιμ και μία εύκαμπτο
  6. το γαμήλιο στεφάνι· (κατ’ επέκταση) ο γάμος, η παντρειά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουλούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουλούρα < ελληνιστική κοινή κολλούρα < αρχαία ελληνική κολλύρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουλούρακουλούρες
Γενικήκουλούραςκουλουρών
Αιτιατικήκουλούρακουλούρες
Κλητικήκουλούρακουλούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →