κουλό
•
- υβριστικότο χέρι Βικιλεξικό
- Πάρε το κουλό σου απ' την τσέπη μου!
- εκφράσεις: μάζεψε τα κουλά σου!
- σπανικότερατο πόδι Βικιλεξικό
- Μάζεψε το κουλό σου παρακεί να κάτσει και κάνας άλλος!
- αργκόκάτι που μας φαίνεται άτοπο ή περίεργο Βικιλεξικό
- Άρχισε πάλι τα κουλά του...
Ετυμολογία
κουλό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κουλός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουλό | κουλά |
| Γενική | κουλού | κουλών |
| Αιτιατική | κουλό | κουλά |
| Κλητική | κουλό | κουλά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →