Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουλός

/kuˈlos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κουλός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουλός < αρχαία ελληνική κυλλός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kel- (κάμπτω, κυρτώνω) :* Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου κουλός.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουλή / κουλός / κουλόκουλές / κουλοί / κουλά
Γενικήκουλής / κουλού / κουλούκουλών / κουλών / κουλών
Αιτιατικήκουλή / κουλό / κουλόκουλές / κουλούς / κουλά
Κλητικήκουλή / κουλέ / κουλόκουλές / κουλοί / κουλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κουλός

/kuˈlos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοο μονόχειρας ή αυτός που δεν έχει καθόλου χέρια Βικιλεξικό
  2. που έχει χέρι μειωμένης λειτουργικότητας, λόγω ασθένειας, αναπηρίας κ.λπ. Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαδέξιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουλός < αρχαία ελληνική κυλλός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kel- (κάμπτω, κυρτώνω) :* Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου κουλός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουλόςκουλήκουλό
Γενικήκουλούκουλήςκουλού
Αιτιατικήκουλόκουλήκουλό
Κλητικήκουλέκουλήκουλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουλοίκουλέςκουλά
Γενικήκουλώνκουλώνκουλών
Αιτιατικήκουλούςκουλέςκουλά
Κλητικήκουλοίκουλέςκουλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →