Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουμάσι

/kuˈma.si/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταφορικάκάποιος που δεν είναι σοβαρός Βικιλεξικό
    • Καλά κουμάσια και του λόγου τους. (Μενέλαος Λουντέμης, Συννεφιάζει)
    • Το πρωί στην αναφορά οι γαλονάδες ξεσπάθωσαν. Είπαν είπαν και στη συνέχεια σύνταξαν ολόκληρη πανταχούσα, για να σταλεί στο χωριό του να διαβαστεί από άμβωνος, μπροστά σε όλους τους συγχωριανούς, για να μάθουν τι κουμάσι έβγαλε το χωριό τους, όπως έλεγαν.
  2. παρωχημένοτο κοτέτσι Βικιλεξικό
  3. ιδιωματικόδιώροφο κτίσμα που στο ισόγειο στέγαζαν το γουρούνι και στον απάνω όροφο τις κότες Βικιλεξικό
    • Αυτό μοιάζει με το προγνωστικό που λεν οι χωριάτες για τον καιρό, που όταν βλέπουν τα γουρούνια τους να τραβούν κλαριά μέσα στα κουμάσια τους λένε θα κακοκαιρίσει! (Βασίλης Ρώτας Οι ροδιές της Ζήρειας [διήγημα])

Ετυμολογία

κουμάσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουμάσι(ν) (στη σημασία: ρούχο) < τουρκική kumaş < αραβική قُمَاش (qumāš, υφάσματα, ρούχα, κουρέλια) < ρίζα ق م ش (q-m-š)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουμάσικουμάσια
Γενικήκουμασιούκουμασιών
Αιτιατικήκουμάσικουμάσια
Κλητικήκουμάσικουμάσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →