Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουμαριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόαειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Arbutus unedo) με οδοντωτά φύλλα και λευκά άνθη, που βγάζει κόκκινους εδώδιμους καρπούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουμαριά < μεσαιωνική ελληνική κουμαρέα < κούμαρον < αρχαία ελληνική κόμαρος (<κόμη(;))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουμαριάκουμαριές
Γενικήκουμαριάςκουμαριών
Αιτιατικήκουμαριάκουμαριές
Κλητικήκουμαριάκουμαριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →