κουμκανατζού
•
- οικείοαυτή που (συστηματικά) παίζει κουμκάν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμκανατζού < κουμκανατζ(ής) + -ού (-τζού)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουμκανατζού | κουμκανατζούδες |
| Γενική | κουμκανατζούς | κουμκανατζούδων |
| Αιτιατική | κουμκανατζού | κουμκανατζούδες |
| Κλητική | κουμκανατζού | κουμκανατζούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →