Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουμκανατζού

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικείοαυτή που (συστηματικά) παίζει κουμκάν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουμκανατζού < κουμκανατζ(ής) + -ού (-τζού)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουμκανατζούκουμκανατζούδες
Γενικήκουμκανατζούςκουμκανατζούδων
Αιτιατικήκουμκανατζούκουμκανατζούδες
Κλητικήκουμκανατζούκουμκανατζούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →