Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουμμερκιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοτελώνης Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοπου εισπράττει το κομμέρκιον (τελωνειακό δασμό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουμμερκιάρης < μεσαιωνική ελληνική κομμερκιάριος < λατινική commerciarius

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουμμερκιάρηςκουμμερκιάρηδες
Γενικήκουμμερκιάρηκουμμερκιάρηδων
Αιτιατικήκουμμερκιάρηκουμμερκιάρηδες
Κλητικήκουμμερκιάρηκουμμερκιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →