κουμμερκιάρης
•
- παρωχημένοτελώνης Βικιλεξικό
- παρωχημένοπου εισπράττει το κομμέρκιον (τελωνειακό δασμό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμμερκιάρης < μεσαιωνική ελληνική κομμερκιάριος < λατινική commerciarius
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουμμερκιάρης | κουμμερκιάρηδες |
| Γενική | κουμμερκιάρη | κουμμερκιάρηδων |
| Αιτιατική | κουμμερκιάρη | κουμμερκιάρηδες |
| Κλητική | κουμμερκιάρη | κουμμερκιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →