κουμπάνια
•
- εφοδιασμός με τρόφιμα Βικιλεξικό
- τρόφιμα, εφόδια Βικιλεξικό
- Γιά μιά βδομάδα, πάντα θά εἴχανε κουμπάνια, καί δέν εἶναι παραπάν’ ἀπό πέντε μέρες πού ἀγρίεψε ὁ χειμώνας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)
- κρητικάλουκούμια, κουμπανάκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμπάνια < ιταλική compagn(i)a
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουμπάνια | κουμπάνιες |
| Γενική | κουμπάνιας | — |
| Αιτιατική | κουμπάνια | κουμπάνιες |
| Κλητική | κουμπάνια | κουμπάνιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →