κουμπάσο
•
- ο διαβήτης Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςο ναυτικός διαβήτης, για τη μέτρηση αποστάσεων στους ναυτικούς χάρτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμπάσο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κομπάσο με τροπή φθόγου [o] > [u] < ιταλική compasso
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →