κουμπές
•
- παρωχημένοημισφαιρική στέγη, ή σφαιρικό τμήμα στέγης Βικιλεξικό
- Αποφάσισα να γίνω στην Αγια-Σοφιά κουμπές, / να 'ρχονται να προσκυνούνε Τουρκοπούλες και Ρωμιές. (Παραδοσιακό μικρασιατικό τραγούδι)
Ετυμολογία
κουμπές < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουμπές < τουρκική kubbe + -ς < αραβική قبة (qúbba, τρούλος, θόλος) < περσική کپه (koppe)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουμπές | κουμπέδες |
| Γενική | κουμπέ | κουμπέδων |
| Αιτιατική | κουμπέ | κουμπέδες |
| Κλητική | κουμπέ | κουμπέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →