κουμπαριάζω
•
- οικείοέχω ή αποκτώ κουμπαριά με κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμπαριάζω < κουμπαρι(ά) + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουμπαριάζω | κουμπαριάζεις | κουμπαριάζει | κουμπαριάζουμε | κουμπαριάζετε | κουμπαριάζουν / κουμπαριάζουνε |
| Παρατατικός | κουμπάριαζα | κουμπάριαζες | κουμπάριαζε | κουμπαριάζαμε | κουμπαριάζατε | κουμπάριαζαν / κουμπαριάζαν / κουμπαριάζανε |
| Αόριστος | κουμπάριασα | κουμπάριασες | κουμπάριασε | κουμπαριάσαμε | κουμπαριάσατε | κουμπάριασαν / κουμπαριάσαν / κουμπαριάσανε |
| Μέλλοντας | θα κουμπαριάζω / θα κουμπαριάσω | θα κουμπαριάζεις / θα κουμπαριάσεις | θα κουμπαριάζει / θα κουμπαριάσει | θα κουμπαριάζουμε / θα κουμπαριάσουμε | θα κουμπαριάζετε / θα κουμπαριάσετε | θα κουμπαριάζουν / θα κουμπαριάζουνε / θα κουμπαριάσουν / θα κουμπαριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουμπαριάσει | έχεις κουμπαριάσει | έχει κουμπαριάσει | έχουμε κουμπαριάσει | έχετε κουμπαριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουμπαριάσει | είχες κουμπαριάσει | είχε κουμπαριάσει | είχαμε κουμπαριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουμπαριάσει / να κουμπαριάζω / να κουμπαριάσω | να έχεις κουμπαριάσει / να κουμπαριάζεις / να κουμπαριάσεις | να έχει κουμπαριάσει / να κουμπαριάζει / να κουμπαριάσει | να έχουμε κουμπαριάσει / να κουμπαριάζουμε / να κουμπαριάσουμε | να έχετε κουμπαριάσει / να κουμπαριάζετε / να κουμπαριάσετε | να κουμπαριάζουν / να κουμπαριάζουνε / να κουμπαριάσουν / να κουμπαριάσουνε |
| Προστακτική | — | κουμπάριαζε / κουμπάριασε | — | — | κουμπαριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κουμπαριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →