κουμπαρούλης
•
- χαϊδευτικάκουμπάρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμπαρούλης < κουμπάρ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουμπαρούλης | κουμπαρούληδες |
| Γενική | κουμπαρούλη | κουμπαρούληδων |
| Αιτιατική | κουμπαρούλη | κουμπαρούληδες |
| Κλητική | κουμπαρούλη | κουμπαρούληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →