κουμπούρι
•
- λαϊκότροπουποκοριστικό του κουμπούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμπούρι < μεσαιωνική ελληνική κουμπούρι < τουρκική kubur < αραβική قبور (qubūr), πληθυντικός τού قبر (qabara: τάφος, μνήμα) < ρίζα ق ب ر (q-b-r)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουμπούρι | κουμπούρια |
| Γενική | κουμπουριού | κουμπουριών |
| Αιτιατική | κουμπούρι | κουμπούρια |
| Κλητική | κουμπούρι | κουμπούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →