Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουμπότρυπα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σχισμή μέσα στην οποία περνάει ένα κουμπί για να συνδεθούν δύο μέρη ενός ρούχου Βικιλεξικό
    • Έβαλε ένα γαρύφαλλο στην κουμπότρυπα του σακακιού.
    • διαφορετικά είδη ραφής: τρύπωμα, κρυφοβελονιά, για κουμπότρυπα, κρυφό στρίφωμα, καρίκωμα (Μαθήματα Ραπτικής, ανακτήθηκε στις 28/2/2024 https://goupatou.gr/mathimata-raptikis/)
    • τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
  2. παρωχημένο, αργκό των κακοποιών) μαχαιριά Βικιλεξικό
    • Του άνοιξε δυο κουμπότρυπες. (= του έριξε δυο μαχαιριές)

Ετυμολογία

κουμπότρυπα < κουμπί + -ο- + τρύπα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουμπότρυπακουμπότρυπες
Γενικήκουμπότρυπαςκουμπότρυπων
Αιτιατικήκουμπότρυπακουμπότρυπες
Κλητικήκουμπότρυπακουμπότρυπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →