κουμπώνομαι
•
- είμαι επιφυλακτικός, δεν εκδηλώνω τις σκέψεις ή τα συναισθήματά μου Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος κουμπώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμπώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος κουμπώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουμπώνομαι | κουμπώνεσαι | κουμπώνεται | κουμπωνόμαστε | κουμπώνεστε | κουμπώνονται |
| Παρατατικός | κουμπωνόμουν / κουμπωνόμουνα | κουμπωνόσουν / κουμπωνόσουνα | κουμπωνόταν / κουμπωνότανε | κουμπωνόμασταν / κουμπωνόμαστε | κουμπωνόσασταν / κουμπωνόσαστε | κουμπωνόντουσαν / κουμπώνονταν |
| Αόριστος | κουμπώθηκα | κουμπώθηκες | κουμπώθηκε | κουμπωθήκαμε | κουμπωθήκατε | κουμπωθήκαν / κουμπωθήκανε / κουμπώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα κουμπωθώ / θα κουμπώνομαι | θα κουμπωθείς / θα κουμπώνεσαι | θα κουμπωθεί / θα κουμπώνεται | θα κουμπωθούμε / θα κουμπωνόμαστε | θα κουμπωθείτε / θα κουμπώνεστε | θα κουμπωθούν / θα κουμπωθούνε / θα κουμπώνονται |
| Παρακείμενος | έχω κουμπωθεί | έχεις κουμπωθεί | έχει κουμπωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουμπωθεί | είχες κουμπωθεί | είχε κουμπωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουμπωθεί / να κουμπωθώ / να κουμπώνομαι | να έχεις κουμπωθεί / να κουμπωθείς / να κουμπώνεσαι | να έχει κουμπωθεί / να κουμπωθεί / να κουμπώνεται | να κουμπωθούμε / να κουμπωνόμαστε | να κουμπωθείτε / να κουμπώνεστε | να κουμπωθούν / να κουμπωθούνε / να κουμπώνονται |
| Προστακτική | — | κουμπώνου / κουμπώσου | — | — | κουμπωθείτε / κουμπώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →