κουμπώνω
•
- τοποθετώ το κουμπί πίσω από την κουμπότρυπά του (καλύπτοντας έτσι το σχετικό άνοιγμα ενός ρούχου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμπώνω < μεσαιωνική ελληνική κουμπώνω κομπώνω < ελληνιστική κοινή κομβόω / κομβῶ < κομβίον
Άλλοι τύποι
κουμπώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →