κουνάβι
•
- θηλαστικό ζώοσαρκοφάγο θηλαστικό που ανήκει στο γένος Μάρτης (Marten ή Martes) της υποοικογένειας Ικτιδίνες, της οικογένειας Ικτιδίδες καθώς και η γούνα του ζώου αυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουνάβι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουνάδι < σλαβικής προέλευσης куна (kǔːna) < πρωτοσλαβική *kuna
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουνάβι | κουνάβια |
| Γενική | κουναβιού | κουναβιών |
| Αιτιατική | κουνάβι | κουνάβια |
| Κλητική | κουνάβι | κουνάβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →